ΥΠΟΜΟΝΗ


Άγιος Παϊσιος Αγιορείτης – Η Σωτήριος υπομονή


«Μακάριος ανήρ, ος υπομένει πειρασμόν»


– Γέροντα, όταν περνούμε κάποιον πειρασμό, μια μεγάλη δοκιμασία, τι να κάνουμε;
– Τι να κάνετε; Υπομονή να κάνετε. Η υπομονή είναι το ισχυρότερο φάρμακο που θεραπεύει τις μεγάλες και μακροχρόνιες δοκιμασίες. Οι περισσότερες δοκιμασίες μόνο με την υπομονή περνούν. Η μεγάλη υπομονή ξεδιαλύνει πολλά και φέρνει θεϊκά αποτελέσματα∙ εκεί που δεν περιμένεις την λύση, δίνει ο Θεός την καλύτερη λύση.
Να ξέρετε ότι ο Θεός ευαρεστείται ,όταν ο άνθρωπος περνά δοκιμασίες και υπομένη αγόγγυστα δοξάζοντας το άγιο όνομά Του . «Μακάριος ανήρ ος υπομένει πειρασμόν», λέει ο Άγιος Ιάκωβος. Γι’ αυτό να προσευχώμαστε να μας δίνη ο Καλός Θεός υπομονή, ώστε να τα υπομένουμε όλα αγόγγυστα και με δοξολογία.
Η ζωή μας σ’ αυτόν τον κόσμο είναι μια συνεχής άσκηση και ο καθένας μας ασκείται με διαφορετικό τρόπο. Να σκέφτεσθε τι τράβηξε ο Χριστός σ’ εκείνα τα δύσκολα χρόνια ! Πόσα προβλήματα του δημιουργούσαν οι Εβραίοι και δεν μιλούσε καθόλου! Ενώ είχε πληροφορία από τον Θεό ότι θα πάη στην Ρώμη, έμεινε στην φυλακή δυο χρόνια ,γιατί ο ηγεμόνας καθυστερούσε την δίκη. Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος πάλι τι υπέφερε! Για έναν μικρό γογγυσμό υπέστη ναυάγιο… Βλέπετε, επιτρέπει ο Θεός να ταλαιπωρηθούν για μικρά πράγματα οι Άγιοι, για να έχουμε εμείς παραδείγματα, ώστε να αντιμετωπίζουμε τους πειρασμούς με υπομονή ,με προσευχή, αλλά και με χαρά.

 Για να υπομείνης τον άλλον, πρέπει να τον αγαπήσεις

 – Γέροντα, πώς αποκτιέται η υπομονή;
– Η υπομονή έχει βάση την αγάπη. «Η αγάπη πάντα υπομένει», λέει ο Απόστολος. Για να υπομείνης τον άλλον, πρέπει να τον αγαπήσης, να τον πονέσης. Αν δεν τον πονέσης, τον βαριέσαι.
– Γέροντα, να μιλήσω για μια δυσκολία που αντιμετωπίζω ή να σιωπήσω;
– Αν δεν μιλήσης για την δυσκολία σου από αγάπη, για να μη δυσκολέψης τους άλλους, θα διατηρήσης την ειρήνη μέσα σου. Αυτή η δυσκολία θα φέρη την ευλογία του Θεού. Καλύτερα να δυσκολευθής εσύ, παρά να δυσκολευθή ο άλλος εξαιτίας σου. Μια φορά επέστρεψα αργά στο Kελλί από την Λιτανεία της Μονής Κουτλουμουσίου. Ήμουν κατακουρασμένος και πονούσα πολύ, γιατί τότε είχα πρόβλημα με την μέση μου . Βρήκα απ’ έξω να ,με περιμένη ένα γεροντάκι ογδόντα πέντε χρονών που ήθελε να μείνη το βράδυ στο Κελλί. Είχε αφήσει και την βαλίτσα του πιο κάτω, γιατί δεν μπορούσε να την σηκώση. Αφού του εξήγησα ότι δεν μπορούσε να διανυκτερεύση σε μένα , φορτώθηκα στον ώμο μου την βαλίτσα του και τον πήγα στο ξενοδοχείο, μισή ώρα ανήφορο∙ του έδωσα και πεντακόσιες δραχμές για τα έξοδά του. Έκανα λίγη υπομονή και μετά ήμουν αναπαυμένος , γιατί αναπαύθηκε ο άλλος.
– Γέροντα, όταν η αδελφή με την οποία συνεργάζομαι είναι ζορισμένη, την λυπάμαι και την κάνω υπομονή∙ αυτό έχει μέσα αγάπη;
– Και πού ξέρεις αν δεν είσαι εσύ η αιτία που είναι η άλλη ζορισμένη και σε κάνει εκείνη υπομονή; Αν νομίζης ότι εσύ είσαι σε καλύτερη πνευματική κατάσταση και την κάνης υπομονή, τότε πρέπει να λυπάσαι τον εαυτό σου. Όταν υπάρχη πραγματική αγάπη και υπομονή, δικαιολογεί κανείς τον άλλον, και μόνον τον εαυτό του κατηγορεί. «Θεέ μου, είμαι ένοχος, λέει, μη με υπολογίζης εμένα∙ πέταξέ με στην άκρη και βοήθησε τον άλλον». Αυτή είναι η σωστή τοποθέτηση, η οποία έχει και πολλή ταπείνωση, και τότε δέχεται ο άνθρωπος πλούσια την Χάρη του Θεού. Θα εύχωμαι να γίνης «σκύμνος» πνευματικός, σαν τα μπρούντζινα λεονταράκια που με την πλάτη στηρίζουν τα μανουάλια της εκκλησίας και ούτε ταράσσονται ούτε ακούνε ούτε μιλάνε, αλλά σηκώνουν βάρος στην πλάτη τους. Αμήν.

 Και η αγάπη χρειάζεται διάκριση

 – Γέροντα, ο Αββάς Ποιμήν λέει: «Μάθε τι θέλει ο αδελφός και ανάπαυσέ τον». Τί θέλει να πη ακριβώς;
– Εννοεί να μάθης τι ανάγκη έχει ο αδελφός σου, ο πλησίον σου, και ανάλογα να τον αναπαύσης, με την καλή έννοια. Γιατί και η αγάπη χρειάζεται διάκριση. Αν κάποιος λ.χ. είναι γαστρίμαργος, δεν πρέπει να του δίνης συνέχεια νόστιμα φαγητά, γιατί αυτό θα τον βλάψη. Θα κάνεις νόστιμο φαγητό για έναν που έχει ανορεξία, για να μπορέση να το φάη. Ή, αν κάποιος έχη ζάχαρο και του δίνης γλυκά, αγάπη είναι αυτή;
– Γέροντα, πως γίνεται να αγαπάη κανείς το ίδιο όλους τους ανθρώπους και να τους αγαπάη με διάκριση;
– Αγαπάει όλους το ίδιο, αλλά δεν εκδηλώνει την αγάπη του σε όλους το ίδιο. Άλλον τον αγαπάει από μακριά, γιατί χρειάζεται να τον κρατήση σε απόσταση, άλλον από κοντά, ανάλογα με το τι ωφελεί τον καθένα. Σε έναν δεν πρέπει καθόλου να μιλήση, σε άλλον πρέπει να πη δυο λόγια, σε άλλον λίγα παραπάνω.
– Μπορεί , Γέροντα, η εκδήλωση της αγάπης μου να βλάψη τον άλλον;
– Αν ο άλλος έχη φιλότιμο και εσύ του δείξης πολλή αγάπη, τότε αλλοιώνεται με την καλή έννοια και προσπαθεί με κάθε τρόπο να σε ευχαριστήσει, να μη σε λυπήση. Ο αναιδής όμως, αν του δείξης πολλή αγάπη, γίνεται ακόμα πιο αναιδής, γιατί η πολλή αγάπη τους μεν φιλότιμους τους κάνει πιο φιλότιμους, τους δε αναιδείς, τους κάνει πιο αναιδείς. Οπότε, όταν δης πως δεν βοηθάς με την αγάπη σου, την λιγοστεύεις με διάκριση∙ αλλά και αυτό από αγάπη το κάνεις.
– Γέροντα, υπάρχει περίπτωση να κάνω μία θυσία με καθαρά ελατήρια και να φθάσω στην αγανάκτηση;
– Ναι, γι’ αυτό η θυσία πρέπει να γίνεται με διάκριση. Να προσέχεις να μην ξεπερνάς την αντοχή σου, γιατί και οι σωματικές δυνάμεις έχουν όριο. Όταν ξεπεράσης την σωματική αντοχή σου, τότε, αν κάποιος σου πη: «τίποτε δεν έκανες απ’ το πρωί», μπορεί να πης μέσα σου :«Βρε τον αχάριστο! Εγώ απ’ το πρωί σκοτώθηκα στην δουλειά, κι αυτός λέει ότι δεν έκανα τίποτε!». Έτσι πάνε όλα χαμένα.
– Αν, Γέροντα, προς στιγμήν μέσα μου αγανακτήσω, αλλά αμέσως σκεφθώ ότι συνέβη αυτό , γιατί τα ελατήριά μου δεν ήταν καθαρά, τότε πάλι τα χάνω όλα;
– Σ’ αυτήν την περίπτωση σου δίνει μια σπρωξιά το ταγκαλάκι κι εσύ του δίνεις μια σφαλιάρα. Οπότε τρώει το ταγκαλάκι την σφαλιάρα και φεύγει.

 Ο εγωισμός πάντα φέρνει λύπη και άγχος

 – Γέροντα, σκέφτομαι συνέχεια το σφάλμα μου που σας στενοχώρησε και με πιάνει λύπη.
– Μην το σκέφτεσαι, μια που πέρασε, γιατί αυτό μόνο θα σε θλίβη και δεν θα σε βοηθήση σε τίποτε. Το να προσέχης όμως στο εξής ,αυτό θα σε ωφελή. Συνέχισε με φιλότιμο τον αγώνα σου. Όλοι οι άνθρωποι κάνουμε απροσεξίες, αλλά ο Καλός Θεός σαν Πατέρας μας προστατεύει. Γι’ αυτό έχει τους Αγίους Του, γι’ αυτό έχει βάλει και από έναν Άγγελο ξεχωριστά σε κάθε άνθρωπο, για να τον προστατεύη, γι’ αυτό οικονομάει να υπάρχουν και πνευματικοί άνθρωποι, για να βοηθάνε πάλι τους ανθρώπους.
– Γέροντα, κάμπτομαι από την στενοχώρια για τις πτώσεις μου και κουράζομαι στον αγώνα μου.
– Από τον εγωισμό είναι. Επειδή δεν «κάμπτεις», γι’ αυτό αποκάμνεις μετά. Δεν υπάρχει ταπείνωση, μετάνοια, συντριβή∙ υπάρχει εγωισμός, και ο εγωισμός πάντα φέρνει λύπη και άγχος. Όταν ο άνθρωπος δεν έχη μετάνοια, αλλά στενοχωριέται από εγωισμό, από ανθραπαρέσκεια, επειδή ξέπεσε στα μάτια των άλλων, τότε υπάρχει μέσα του αγωνία, φαρμάκι, πόνος.
– Δηλαδή, Γέροντα, όταν κανείς μετά από μια πτώση του στενοχωριέται πολύ, αυτό προέρχεται πάντα από εγωισμό;
– Όχι πάντα∙ μπορεί να προέρχεται και από φιλότιμο. Και όταν η στενοχώρια είναι πολλή και προέρχεται μόνον από καθαρό φιλότιμο, τότε και η θεία παρηγοριά είναι πολλή και δυνατή και τονώνει όχι μόνον την ψυχή αλλά και το σώμα.
– Και πώς θα καταλάβω, Γέροντα, αν στενοχωριέμαι από φιλότιμο;
– Όποιος στενοχωριέται από φιλότιμο, ρίχνει το βάρος επάνω του∙ ενώ, όποιος στενοχωριέται από εγωισμό, ρίχνει το βάρος στους άλλους και λέει ότι τον αδικούν.. Θίγεται ο εγωισμός του, κατεβάζει τα μούτρα, δεν μιλάει… Να, σήμερα δυο αδελφές έκαναν μια ζημιά. Έκανα και στις δυο παρατήρηση. Και οι δύο λυπήθηκαν και έσκυψαν το κεφάλι. Η μία όμως λυπήθηκε από φιλότιμο, γιατί με στενοχώρησε με την ζημιά που έκανε, ενώ η άλλη λυπήθηκε από εγωισμό. Η πρώτη ντρεπόταν ακόμα και να με κοιτάξη. Η άλλη, για να μη χάση την υπόληψή της, πήγε αμέσως να δικαιολογηθή ,χωρίς να εξετάση πόσο μεγάλη ήταν η ζημιά. Σκέφθηκε: «Ξέπεσα στα μάτια των άλλων∙ δεν θα μ’ έχουν πια εμπιστοσύνη. Πώς να δικαιολογήσω τώρα το σφάλμα μου, για να μη χάσω την υπόληψή μου;». Αν αναγνώριζε το σφάλμα της και έπαιρνε το βάρος επάνω της, θα είχε μέσα της παρηγοριά. Αυτή όμως προσπάθησε να δικαιολογηθή, γι’ αυτό ανάπαυση μέσα της δεν είχε. Γιατί, όταν δικαιολογούμαστε, δίνουμε χώρο στον διάβολο, οπότε έρχεται, μας κάνει λεπτή εργασία και μας στενοχωρεί∙ ενώ, όταν παίρνουμε όλο το βάρος επάνω μας, τότε και ο Θεός μας παίρνει όλο το βάρος.
Ας κανονίσουμε λοιπόν ποιο από τα δύο θα διαλέξουμε: την ταπείνωση που δίνει ανάπαυση ή τον εγωισμό που φέρνει στενοχώρια, άγχος και ταραχή;

 Η φλόγα τής αγάπης τού Θεού

 – Γέροντα, γιατί δεν αγαπώ τον Θεό όπως έναν άνθρωπο που αγαπώ πολύ και θέλω να είμαι κοντά του;
– Αυτό έρχεται σιγά-σιγά μετά από αγώνα∙ αλλιώς θα έπιαναν φωτιά οι άνθρωποι και θα καίγονταν από την αγάπη του Θεού. Ενώ θα είχε γύρω τους κρύο, θα νόμιζαν ότι φλογίζονται και πολλοί θα έπαιρναν τα βουνά. Ένας στρατιώτης, εν καιρώ πολέμου, άφησε την μονάδα του και έφυγε στο βουνό. Είχε ανάψει τέτοια φλόγα στην καρδιά του που δεν μπορούσε να συγκρατηθή∙ ήθελε να πάη να προσευχηθή. Δεν υπολόγισε τίποτε. Πήγε ,βρήκε μια σπηλιά, μπήκε μέσα και προσευχόταν! Όταν οι άλλοι στρατιώτες βγήκαν στις επιχειρήσεις , τον βρήκαν και τον έπιασαν. «Ανυπότακτος», είπαν. Τον κάλεσε μετά ο διοικητής σε ανάκριση. «Τί είναι αυτό που έκανες;» του λέει. «Καίγομαν ,κύριε διοικητά, καίγομαν για τον Χριστό. Ξέρεις τι θα πη καίγομαν;». «Καλά, κι εγώ δεν καίγομαι;», του λέει ο διοικητής. «Εγώ καίγομαι, κύριε διοικητά, καταλαβαίνετε;», επανέλαβε εκείνος, σαν να έλεγε: « Αν καίγεσαι, φύγε κι εσύ!» Τον βοήθησε όμως ο Θεός και γλίτωσε το στρατοδικείο. Εδώ, εν καιρώ ειρήνης αν φύγη ένας στρατιώτης από τη θέση του, έχει στρατοδικείο, πόσο μάλλον εν καιρώ πολέμου!
– Γέροντα, όταν βρίσκεται κανείς σ’ αυτήν την κατάσταση, υπάρχη θέρμη σε όλο το σώμα;
– Ναι, αλλά περισσότερο στην περιοχή του στήθους. Όταν ανάψη η πνευματική αγάπη, φλογίζεται όλο το στήθος. Όλο το στήθος γίνεται μια φλόγα. Καίγεται ο άνθρωπος από την μεγάλη γλυκειά φλόγα της αγάπης του Θεού, πετάει, αγαπάει με αγάπη πραγματική, μητρική.
Αυτή η εσωτερική φλόγα, την οποία ανάβει ο Ίδιος ο Χριστός με την αγάπη Του, θερμαίνει το σώμα πολύ περισσότερο από την αισθητή φωτιά και έχει την δύναμη να καίη και κάθε σκουπίδι, κάθε κακό λογισμό που πετάει το ταγκαλάκι, καθώς και κάθε κακή επιθυμία και κάθε άσχημη εικόνα. Τότε η ψυχή αισθάνεται και τις θείες ηδονές που δεν συγκρίνονται με καμμιά άλλη ηδονή!
Αχ, αυτή η φλόγα δεν μπήκε ακόμη μέσα σας! Αν ανάψη και φουντώση στην καρδιά σας, δεν θα σας συγκινούν καθόλου πια τα μάταια πράγματα. Εύχομαι να κάψη ο Θεός με την αγάπη Του τις καρδιές σας!

 Η καλή ανησυχία δεν σταματά ποτέ

 – Γέροντα, ανησυχώ ,μήπως δεν αγωνίζομαι σωστά.
– Έχεις άγχος;
– Όχι, αλλά γιατί έχω αυτή την ανησυχία;
– Ευλογημένη, υπάρχει η ήσυχη ανησυχία και η ανήσυχη ανησυχία. Η καλή ανησυχία πρέπει πάντοτε να υπάρχη μέσα μας∙ άγχος να μην υπάρχη. Όταν κανείς αγωνίζεται σωστά, ποτέ δεν μένει ευχαριστημένος από τον εαυτό του∙ έχει συνέχεια μέσα του μια ανησυχία που προέρχεται από την φιλότιμη προσπάθεια που κάνει.
– Γέροντα, φθάνει κάποτε ο άνθρωπος που αγωνίζεται σε σημείο που να μην του χρειάζεται πια η καλή ανησυχία;
– Όχι, γιατί η καλή ανησυχία δεν σταματά ποτέ σ’ αυτήν την ζωή. «Τρέχετε, ίνα καταλάβητε», λέει ο Απόστολος Παύλος. Τρέχει ο άνθρωπος όσο ζη, να βρη τον Χριστό, χωρίς να σταματά ποτέ. Τρέχει και δεν νιώθει κούραση, αλλά χαρά.
Για να καταλάβετε, θα σας φέρω ένα παράδειγμα: ένα καλό λαγωνικό, μόλις μυρισθή τον λαγό,, δεν κάθεται άλλο κοντά στον κυνηγό∙ αρχίζει να ψάχνη, για να βρη τον λαγό. Τρέχει, σταματά λίγο, μυρίζει αριστερά-δεξιά , αρχίζει ξανά να τρέχη∙ δεν μπορεί να σταθή. Ο νους του είναι πώς να βρη τον λαγό∙ δεν χαζεύει. Μεγαλύτερη χαρά έχει, όταν τρέχη, παρά όταν κάθεται. Το τρέξιμο και το ψάξιμο του δίνει ζωή.
Έτσι κι εμείς αυτήν την εγρήγορση πρέπει να έχουμε. Ο νους μας να είναι συνέχεια στον Χριστό, αφού αυτός είναι ο στόχος μας. Εμείς όμως, ενώ βρήκαμε τα χνάρια, βρήκαμε τον δρόμο, ξέρουμε από πού θα πάμε για να συναντήσουμε τον Χριστό, πολλές φορές στεκόμαστε∙ δεν προχωρούμε. Αν δεν γνωρίζαμε τον δρόμο, δικαιολογημένα να σταματούσαμε.
Θυμάμαι, ο πατέρας μου στην Κόνιτσα είχε δυο λαγωνικά καλά εκπαιδευμένα. Ο γερο- Πρόδρομος ο Κορτσινόγλου, ο ψάλτης του Αγίου Αρσενίου, μια φορά του ζήτησε ένα κουταβάκι καλό από την ίδια ράτσα, για να φυλάη τα ζώα του, να γαυγίζη δηλαδή, όταν θα πλησίαζε λύκος. Ο πατέρας μου του έδωσε ένα. Μια μέρα, ένας γείτονας του Κορτσινόγλου που αγαπούσε πολύ το κυνήγι, ήταν πολύ στεναχωρημένος ,γιατί αρρώστησε το σκυλί του και δεν μπορούσε να πάη να κυνηγήση. Όταν το άκουσε ο γερο-Πρόδρομος ,του λέει:
«Μη στενοχωριέσαι∙ θα σου δώσω το δικό μου σκυλί, είναι ράτσα Εζνεπίδη». Χαρούμενος ο γείτονας πήρε το σκυλί του και ξεκίνησε για το κυνήγι. Όταν έφθασε στο δάσος, κούνησε το χέρι του, όπως συνηθίζουν να κάνουν οι κυνηγοί, για να τρέξη το λαγωνικό, αλλά εκείνο, αντί να τρέξη, γύριζε γύρω του , του έγλειφε τα πόδια και κοιτούσε τα χέρια του μήπως έχει ψωμί! Βλέπετε, ήταν καλό σκυλί, από ράτσα, αλλά δεν είχε εκπαιδευθή, για να μπορή να πιάνη τον λαγό και γύριζε συνέχεια γύρω από τον κυνηγό. Πιστεύω όμως ότι εσείς, αφού βρήκατε τα αχνάρια του Χριστού, θα τρέχετε συνέχεια να βρήτε τον Χριστό, για να γεμίση η καρδιά σας τόσο πολύ από τον Χριστό, που να μην μπορήτε να Τον χωρέσετε και να λέτε: «Φθάνει, Θεέ μου, δεν αντέχω άλλο».


Πηγή: Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Ε΄ ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ» ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ  «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ» ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2007

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.